Κατερίνα Γκαγκάκη: Η τρυφερή αναδρομή στα παιδικά και εφηβικά καλοκαίρια της

Κατερίνα Γκαγκάκη: Η τρυφερή αναδρομή στα παιδικά και εφηβικά καλοκαίρια της

Για τη δική της Λέσβο έγραψε στην Athens Voice η  Κατερίνα Γκαγκάκη.

Είναι εκείνα τα καλοκαίρια. Τότε που πηγαίναμε στην Κράτηγο και απλώναμε τις πετσέτες. Ή στην Πλαζ στα Τσαμάκια. Για λίγο, όχι πολύ. Γιατί μετά θα πηγαίναμε για φαγητό στο λιμανάκι στα Πάμφιλα. Οικογενειακώς. Γιατί το απόγευμα ήταν «ανοιχτή η αγορά» και υπήρχαν δουλειές να γίνουν. Τις Κυριακές, η διάθεση γινόταν απαρέγκλιτα εκδρομική. Και οδηγούσε στις παραλίες στον Άγιο Ερμογένη, τη Χαραμίδα, τα Ξαμπέλια και σπανιότερα στο Πλωμάρι, τον Άγιο Ισίδωρο. Ακόμα πιο σπάνια έφτανε ως τη μαγική Ερεσό, ή το βγαλμένο από παραμύθι Σίγρι, για να ακούσουμε ξανά την ιστορία που θέλει το Τούρκικο φρούριο χτισμένο το 1757 από τον Σουλεϊμάν Πασά να προστατεύει την περιοχή από τους πειρατές. Πηγαίναμε στο μοναδικό Απολιθωμένο Δάσος των 15 εκ. ετών χωρίς, η αλήθεια είναι, να καταλαβαίνουμε τότε, παιδιά, την ιδιαιτερότητα του φαινομένου.

Είναι εκείνα τα απογεύματα. Που μαζευόμασταν στο πάρκο της Αγίας Ειρήνης. Κι είχε μέσα και μικρά ζώα και πουλιά. Μετά, αν το έργο ήταν κατάλληλο, το πρόγραμμα είχε σινεμά στο Παρκ ή το Παλλάς με τις μαμάδες να μας μαζεύουν εκ περιτροπής, όταν τελείωνε η προβολή.

Είναι εκείνες οι γιορτές. Που συγκεντρωνόμασταν μικροί-μεγάλοι στο σπίτι της γιαγιάς για φαγητό. Τότε που όλα έδειχναν ότι δεν θα αλλάξουν ποτέ, θα παραμείνουν για πάντα σταθερά και ασφαλή στο σπίτι στα Μαύρα Σίδερα.

Είναι εκείνα τα βράδια που καθόμασταν με τη μαμά στο παράθυρο και μου έδειχνε αστερισμούς στον ουρανό. Στο ίδιο παράθυρο που περνούσε μικρή κι εκείνη τα βράδια της.

Είναι εκείνα τα νερά τα πάντα διάφανα, τα παγωμένα, στα Τουκμάκια, την Κρυφή Παναγιά, την Εφταλού.

Είναι εκείνα τα Σαββατόβραδα, έφηβοι, στον Μόλυβο, που νιώθαμε ελεύθεροι και παντοδύναμοι να ζήσουμε έρωτες των διακοπών κάτω από το Κάστρο, χτισμένο τον 6ο αιώνα, ή τον 13ο κατά άλλους.

Είναι εκείνη η αγωνία να «διαβάσουμε» το πρόσωπο του Ταξιάρχη, όταν φτάναμε στο Μανταμάδο με μία στεναχώρια, μια λύπη, ένα παράπονο να ακουμπήσουμε. Να περπατήσουμε παρέες όλη τη νύχτα της παραμονής Δεκαπενταύγουστου να φτάσουμε στην Παναγία της Αγιάσου για τη λειτουργία.

Είναι οι βεγγέρες και τα μετέπειτα πάρτι, όχι με νησιώτικα καλοκαιρινά, αλλά με τουαλέτες και κοσμήματα, με χορό και φιλοφρονήσεις στα αρχοντικά της πόλης που μαζευόμασταν μικροί-μεγάλοι, σε μία ιδιότυπη αστική γαλούχηση.

Είναι εκείνα τα ξημερώματα που έβγαινα στο κατάστρωμα του Θεόφιλου με τη γιαγιά μου, φτάνοντας, να δω το λιμάνι να πλησιάζει, κοιμισμένο ακόμα.

Είναι τα απογεύματα που υπέμενα τότε, παιδί, τις επισκέψεις στο Μουσείο Ελευθεριάδη Τεριάντ, του Θεόφιλου.

Είναι εκείνη η περίοδος που την αρνήθηκα. Με έπεισα ότι δεν τη χρειάζομαι και ότι άλλα μέρη είναι πιο γοητευτικά, πιο ελεύθερα, πιο κατανοητά. Αποφάσισα ότι με περιορίζει και με κρατάει δεμένη με το ζόρι. Κι είπα δεν θα ξανάρθω.

Είναι η πρώτη φορά που την έδειξα σ’ έναν άντρα που αγαπούσα. Και προσπάθησα να τη δω μέσα από τα μάτια ενός άλλου. Και την ερωτεύτηκα. Για τις αντιθέσεις.

Είναι το πράσινο, τα λιμάνια, το ούζο, η σαρδέλα και το λαδοτύρι. Είναι οι εικόνες μιας αστικής τάξης αλλιώτικης, νησιωτικής, ελεύθερης. Είναι η Σαπφώ ο Μυριβήλης, ο Ελύτης. Όχι στα βιβλία. Στους δρόμους, στις γωνιές, στην Παναγιά τη Γοργόνα.

Είναι στιγμές. Πολλές, διαφορετικές. Είναι ζωντανές αναμνήσεις. Όλων αυτών που αγαπάω. Που μ’ έκαναν αυτή που είμαι σήμερα. Που στο μυαλό μου έχουν ήχους και χρώμα και μυρωδιές. Και είναι τόσο καθαρές και χειροπιαστές που κλείνω τα μάτια και τις αισθάνομαι. Πάντα οι ίδιες.

Εκεί γεννήθηκα. Είναι το σπίτι μου.

Δημοφιλη Αρθρα

Διαβάστε Επίσης